Translate

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

Οι τρεις λογοτέχνες που βραβεύτηκαν με Νόμπελ Λογοτεχνίας και δεν το παρέλαβαν


Ο Μπορίς Λεονίντοβιτς Παστερνάκ μερικά χρόνια πριν την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του στο Περεντέλκινο, ένα χωριό ιδανικό για συγγραφείς μερικά χιλιόμετρα από τη Μόσχα. Εκεί έγραψε το πασίγνωστο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα "Δόκτωρ Ζιβάγκο". Το βιβλίο απαγορεύτηκε από το σοβιετικό καθεστώς και έτσι μεταφέρθηκε λαθραία στο εξωτερικό και εκδόθηκε στα ιταλικά από τον ιταλικό εκδοτικό οίκο Φελτρινέλλι το 1957. Το βιβλίο προκάλεσε αμέσως αίσθηση και ακολούθησαν εκδόσεις του σε πολλές μη-κομμουνιστικές χώρες. Το 1958 και 1959, η αμερικάνικη έκδοσή του έμεινε για 26 εβδομάδες στην κορυφή της λίστας μπεστ-σέλερς των Τάιμς της Νέας Υόρκης. Γι’ αυτό το βιβλίο, το 1958 ο συγγραφέας κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ενώ αρχικά δήλωσε ενθουσιασμένος, στη συνέχεια αρνήθηκε να το παραλάβει ύστερα από αφόρητες πιέσεις του σοβιετικού καθεστώτος, το οποίο ακόμη και μετά την άρνηση παραλαβής του βραβείου, τον απειλούσε το λιγότερο με εξορία.

Παρά το γεγονός ότι κανένας Σοβιετικός κριτικός δεν είχε διαβάσει το βιβλίο, απαίτησαν την αποβολή του από την Ε.Σ.Σ.Δ. Τελικά, το 1988 το μυθιστόρημα εκδόθηκε και στη Σοβιετική Ένωση. Το βιβλίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστές τον Ομάρ Σαρίφ και την Τζούλι Κρίστι, σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Λην. Το έργο έγινε παγκόσμια επιτυχία, αν και επικεντρωμένο περισσότερο στην ρομαντική πλευρά του βιβλίου. Το 1989, το βραβείο δόθηκε στον υιό του Παστερνάκ, Γιεβγκένυ, σε τελετή στη Στοκχόλμη.

Ο Ζαν Πολ Σαρτρ ήταν Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης και κριτικός, γνωστότερος εκπρόσωπος του υπαρξισμού. Θεωρούσε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να παίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και ο ίδιος υπήρξε ένας στρατευμένος καλλιτέχνης στηρίζοντας τις αριστερές πολιτικές επιλογές του με τη ζωή του και το έργο του. Αποστρεφόταν τις επίσημες τελετές και τα αξιώματα και για αυτό το λόγο, προς έκπληξη της παγκόσμιας κοινής γνώμης αλλά παραμένοντας πιστός στις απόψεις που τον είχαν οδηγήσει παλαιότερα στην άρνηση παρασημοφόρησης από το γαλλικό Τάγμα της τιμής (1945) και στην απόρριψη έδρας στο Κολλέγιο Γαλλίας, το 1964, αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
 Ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν κατά το Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο υπηρέτησε ως αξιωματικός του Πυροβολικού του Κόκκινου Στρατού, όμως κατά το τέλος του πολέμου συνελήφθη διότι σε ένα γράμμα προς φίλο του αναφερόταν ειρωνικά για την προσωπικότητα και τις ικανότητες του Ιωσήφ Στάλιν. Έπειτα κατηγορήθηκε για αντισοβιετική προπαγάνδα  και στις 7 Ιουλίου του 1945 καταδικάστηκε σε ισόβια εξορία και οκταετή καταναγκαστική εργασία.
Μετά τον θάνατο του Στάλιν μπόρεσε επιτέλους να επιστρέψει στα ευρωπαϊκά εδάφη της χώρας, όπου εργάσθηκε ως καθηγητής και παράλληλα ως συγγραφέας, μόνο που κρατούσε τη τελευταία αυτή δραστηριότητα μυστική. Χρόνια αργότερα, κατά την αποδοχή του βραβείου Νόμπελ (1970), έγραψε για αυτήν την περίοδο πως όχι μόνο ήταν πεπεισμένος ότι δε θα έβλεπε ούτε μια γραμμή από τα κείμενά του τυπωμένη, αλλά δεν άφηνε ούτε τους πιο κοντινούς του ανθρώπους να τα διαβάσουν υπό το φόβο ότι θα έβρισκε πάλι το μπελά του.
Το Βραβείο το παρέλαβε τέσσερα χρόνια αργότερα, ενώ βρισκόταν στην εξορία στη Δύση, αφού οι σοβιετικές αρχές, πνέοντας μένεα, του αφαίρεσαν την υπηκοότητα κι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του.
Πηγή: artic.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου