Translate

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

ΠΡΟ: Προς τον ποιητή Κώστα Ουράνη Χαιρετισμός της Κικής Δημουλά

Σου απευθύνομαι. Και σίγουρα θα ενοχλείται η ισχυρογνώμων σιωπή σου που ανακατεύομαι στα προσωπικά σας. Αλλά την εκλαμβάνω σα σημάδι πως υπάρχεις και θέλω να την κάνω να το ομολογήσει. Για το καλό και των δυο σας και για το δικό μου καλό προπάντων

επειδή, σαν αισιόδοξα έντρομη που είμαι, καλλιεργώ ότι η απουσία μπορεί να είναι ένα τρικ της προσωρινότητας, μια χωρατατζού παραλλαγή της παρουσίας -ποιος είπε ότι δε χωράνε αστεία στο θάνατο
σου απευθύνομαι άλλωστε μετά τη σφυγμομέτρηση που έδειξε τη διαχρονικότητα της ποίησής σου να προηγείται της λησμοσύνης με μεγάλο ποσοστό.


Αρα υπάρχεις.
Από πού συγκέντρωσα γνώμες που ανέδειξαν σε νικητή αυτό το συμπέρασμα;
Από τους νέους φυσικά, από το επίμονο, συγκινητικό ενδιαφέρον τους, πότε θα επανεκδοθούν τα ποιήματά σου.
Αρα υπάρχεις.

Απρεπη ίσως η οικειότητα με την οποία σου απευθύνομαι. Αλλά θα είναι άδικο να αποδοθεί στην ωχρή συγγένειά μου μαζί σου, εκείνη των δυο τριών στίχων της νεότητάς μου. Στίχοι που γράφτηκαν πριν από 60 και παραπάνω χρόνια, με παρορμητικά αδιάφορη ευκολία, και πετάχτηκαν στον εξίσου αδιάφορο Καιάδα κάποιου συρταριού. Ούτε πως αυτή η συγγένεια κατέστη τάχα στενότερη, επειδή οι αρχάριοι στίχοι σιγά σιγά και ερήμην μου ωρίμασαν σε απόφαση να με μπλέξουν στην περιπέτεια που την έζησες και ξέρεις. Μία από τις μεγαλύτερες ίσως περιπέτειες απ’ όσες κληρώνεται να τις ζήσει η αβεβαιότητα: αυτήν του να κυνηγάς να τουφεκίσεις ποιήματα μέσα στο πυκνό χαώδες μιας πέραν τόπου και χρόνου σκοτεινιάς.
Ο λόγος που σου απευθύνομαι με ευλαβή πάντως οικειότητα είναι γιατί πολύ νέα σε πρωτοδιάβασα. Και παρόλο που εκείνος ο τότε αθώος χρόνος εξελίχτηκε βαθμηδόν σε κακοποιό, προκαλώντας μου ανήκεστο γήρας, εντούτοις παραμένω -ω του θαύματος- αγέραστη αναγνώστριά σου.
Το ποίημα: «Οι νέες των επαρχιών» νομίζω ότι ήταν ο πρώτος καθρέφτης που απέκτησε η συνειδητοποίηση και είδε πόσο σκυθρωπός ήταν ο ορίζοντας των διαφυγών μου

       Τις νέες συλλογίζομαι στις απομακρυσμένες
       τις επαρχίες, τα χλωμά και κρύα δειλινά, 
       όταν πίσω απ' το τζάμι τους κοιτάν στηλά το δρόμο 
       κι αναστενάζουνε, γιατί κανένας δεν περνά...
       [...]
       όταν κοιτάνε τη βροχή να πέφτει στην αυλή τους
      κι ανασηκώνουν στους στενούς τούς ώμους τους το σάλι,
      γιατί ένα ρίγος παγερό νιώθουν ως την ψυχή τους...

Κι οφείλω σ' αυτούς τους στίχους ότι από άτολμη, δεμένη που ήμουν σφιχτά στον πνιγηρό κορμό, όχι της επαρχίας μα της μικρογραφίας της που ήταν η στενή γειτονιά τότε, η αυστηρή οικογένεια και η φιλάργυρη εποχή, βρέθηκα χειραφετημένα έκπληκτη να ταξιδεύω σε μιαν αίσθηση απελευθέρωσης, δωρεάν, δαπάναις της λυτρωτικής οδού που μου άνοιγαν αυτοί οι ρυμοτόμοι στίχοι και μάλιστα με επίστρωση μουσικότητας. Συνθέτες, ο ρυθμός, η φτερωτή αν και σκλάβα ρίμα και κάπου κρυμμένη να μισοακούγεται η χορωδιακή μελαγχολία.
Ακόμα επικαλούμαι αυτούς τους στίχους όταν θέλω να ξεσφίξω λίγο τα δεσμά μιας αιωρούμενης ανησυχίας εξαιτίας ίσως μιας φοβέρας χαραγμένης, όπως πιστεύω, απαράγραπτα στο DNA του φύλου μου. Σαφώς ξηλώθηκε θριαμβευτικά το συρματόπλεγμα ολόγυρά του, οι πάσσαλοι όμως που το στερέωναν μένουν εκεί ακόμα, βαθιά μπηγμένοι στη γη των καταβολών, καιροφυλακτούν.
Κρατώ μετά από τόσα χρόνια ενεργό την επιρροή που ασκούσαν στο παρθένο ακόμα έδαφός μου κάποια ποιήματα, έτσι που ό,τι εξέφραζαν να νομίζω ότι το έχω ζήσει. Αργησα να καταλάβω ότι η αίσθηση είναι περίπου ισοδύναμη με το βίωμα, ότι η αίσθηση είναι βίωμα.
Το ποίημα: «Το μάταιο τραγούδι της μάταιης αναμονής» στάθηκε και συμπαραστάθηκε συχνά σε πολύ δικές μου φανταστικές κυρίως αναμονές, προπάντων σ' εκείνη την πιο ακαθόριστη και επώδυνη, που προετοίμαζε ίσως τη μύησή μου στο: η αναμονή για την αναμονή, όπως η τέχνη για την τέχνη.

       (Δε θα 'ρθει...)
       [...]
       Για να περάσει η ώρα ξεφυλλίζω 
       κάποια ποιητική Ανθολογία...
        [...]
       Καμπάνες δειλινές μακριά χτυπάνε...
       Τα τραμ μ' ένα κουδούνισμα εκνευριστικό
       περνάν γοργά, γεμάτα, μέσα στη βροχή, 
       δίχως στη στάση μας να σταματάνε...

Αυτό το τετράστιχο, που συνόδευε συχνά την αναμονή μου σε κάποια στάση του τραμ τότε, υπόγεια με πονήρευε ότι ο ποιητής σα να μιλούσε και για μιαν αλλιώτικη στάση, για ένα πιο επώδυνο προσπέρασμά της από μιαν άλλη... μεταφορικότητα.
Με μπέρδευε βέβαια ακόμα, πώς ένας ποιητής μπορεί να θλίβεται για: «Το μάταιο τραγούδι της μάταιης αναμονής»:

       -Αληθινά, δεν ξέρω γιατί κάθουμαι.
       Δε θα 'ρθει πλέον τώρα:
       έπρεπε να 'ναι εδώ από τις τρεις 
       και είναι πέντε η ώρα!...

και την άλλη στιγμή να συνιστά ξεκούραστη μοιρολατρία στο ποίημα «Η αγάπη»

       Δεν ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
      και με τα μάτια στους νεκρούς τούς δρόμους στηλωμένα: 
      -αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθεί...


Η αγάπη - το θαύμα γενικότερα.
Πράγματι τίποτα ποτέ δεν ήρθε παρακινημένο από τη δική μας ανυπομονησία, αν εκείνο το ίδιο δεν ανυπομονούσε να 'ρθει. Απλώς η ανυπομονησία είναι το μεγάφωνο της αναμονής για να την ακούει προπάντων η βαρήκοη ελπίδα.

Τώρα που έφτασα να περιμένω πια πράγματα που καθόλου δεν ανυπομονώ να 'ρθουν και τίποτα δεν μπορεί να σκληραγωγήσει τη θλίψη μου γι' αυτό, ανατρέχω στις επί δεκαετίες ζυμώσεις του ψυχισμού και ψάχνω τί με σκληραγώγησε να μάθω να ταξιδεύω ακίνητη, χωρίς να φτάνω ποτέ. Η φύση μου ή το δικό σου ποίημα «Ταορμίνα».
Η «Ιθάκη» του Καβάφη που με προέτρεπε να εύχομαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος δεν εισακούστηκε. Πάντα ταξίδευα μέσα-έξω με θυελλώδη ανυπομονησία, βιαζόμουν κάπου να φτάσουν τα πράγματα κι ας έφταναν κάθε φορά μόνον ώς την κοντινή απογοήτευση.
Ενώ η «Ταορμίνα» με την ακινησία της ξεσήκωνε κάθε τόσο τη στενή αταξίδευτη ακόμα γεωγραφία μου για

      Ολο λέω να φύγω μιαν ημέρα,
      όλο λέω να πάω στην Ταορμίνα... 
      Σε πέλαο γαλάζιας νοσταλγίας
      τ' Ονειρο τραγουδάει σα σειρήνα:
      -Ταορμίνα! Ταορμίνα! Ταορμίνα!...
       [...]
      Πώς τρικυμίζει μέσα μου η λαχτάρα 
      ν' αφήσω τη ζωή μου -για να ζήσω!

Θεωρώ ότι αυτός ο τελευταίος στίχος ήταν ακόμα προάγγελος ότι δεν θα παλιώσεις.
Το θέλησαν τα πράγματα τα ίδια να ακυρωθούν πολλών ειδών ταξίδια. Και πάντα τις βαριές αποσκευές τής προετοιμασίας μου για αναχώρηση τις κουβάλαγε στην πλάτη της πέρα δώθε η Ταορμίνα, κάνοντας τη ματαίωση ελαφρότερη.
Μένει ανεξήγητο γιατί μετά από κάθε ματαίωση των αερόβιων ταξιδιών μου κατέφευγα στο ποίημα: «Δειλινό φθινοπώρου» και γιατί κλεινόμουνα μέσα στην εικόνα που μου άνοιγε να μπω ετούτο το τετράστιχο:

      Αντίκρυ ανασηκώθηκε κάποια λευκή κουρτίνα  
      και μιας γυναίκας το ξανθό εφάνηκε κεφάλι,
      κοίταξ' εμένα μια στιγμή, τον ουρανό, το δρόμο
      και η κουρτίνα η λευκή ξανάπεσε και πάλι.

Τι με έθελγε άραγε; Ξανθιά πάντως ποτέ δεν ήμουν. Ισως ο τέταρτος στίχος. Σε μεγάλο μέρος θα ευθύνεται κι αυτός για τον νοσταλγό εθισμό μου στο ευφορικό «πάλι».
Τα ανακάλεσα όλ' αυτά ταξιδεύοντας προς Λισσαβόνα -κοσμοπολίτης, έζησες και εκεί ώς Πρόξενος- καλεσμένη να συμμετάσχω ως εκπρόσωπος του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη, στην τιμητική εκδήλωση που αφιέρωνε στο έργο σου η εκεί ελληνική Πρεσβεία, εκπληρώνοντας έτσι και την επίμονα θερμή επιθυμία της αγαπημένης κόρης σου, κυρίας Α. Γουάιλντ.
Και είχα την απέραντη, γκρίζα, υποβλητική, κυματώδη τύχη να σταθώ μπροστά στον Ατλαντικό -τι μυθολογικά κοσμοκράτειρα λέξη- ωκεανό, πατώντας ίσως επάνω στο ίδιο άσβηστο σημείο που έχουν πατήσει και σταθεί, πότε γαλήνιοι και πότε τρικυμισμένοι, οι ρεμβασμοί σου, περιμένοντας να επιβιβαστούν στην ποίηση.
Στάθηκα εκεί για λίγο, ρίχτηκα σαν επίπεδη, πλακέ πέτρα διαγράφοντας δυο τρεις μόνο επιφανειακούς κύκλους στα κοσμογυρισμένα νερά αυτής της θάλασσας, για να βυθιστώ γρήγορα στο βαθύ ακατάκτητο. Και σαν απόμαχος πια του ονείρου για μεγάλα ξανοίγματα στον ωκεανό του ακατόρθωτου, υιοθέτησα εκεί για δικούς μου τους στίχους σου από το ποίημα «Στη θάλασσα»:

      [...]
      και, κουρασμένος, έρχομαι σήμερα να ξεχάσω 
      της ταραγμένης μου ζωής τη μάταιη ιστορία 
      μες στη δική σου, ω θάλασσα, μεγάλη ανησυχία.

Οσα πολλά είπα τόσην ώρα ήταν προοίμιο του χαιρετισμού που καταθέτω τέλος εδώ, χαιρετισμό στην επανέκδοση επιτέλους των ποιημάτων σου, γεγονός που θα αναζωογονήσει τους παλαιούς σταθερούς αναγνώστες σου και έτσι θα βλαστήσουν καινούριοι, όπως έχει προφητέψει η διαχρονικότητά σου.

Δικαιούμαι να είμαι μελοδραματική λέγοντας ότι άργησες μεν να επιστρέψεις ως γεγονός, αλλά τουλάχιστον ήρθες πριν 
      ...πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι.

Αυτή η γενική «του φθινόπωρου δείλι» πώς λέγεται άραγε, γενική περιεχομένου, γενική του χρόνου; Μου ακούγεται και σήμερα ακόμα σα να είναι το δείλι περιεχόμενο αποκλειστικά του φθινόπωρου. Και γιατί όχι; Η ώρα που περνάει ρέποντας προς το δείλι περιέχεται στο χρόνο που περνάει ρέποντας προς το δείλι μας.
Οπωσδήποτε, κάτι τέτοια πρωτοπόρα για μένα παρακούσματα ίσως με έσπρωξαν να χώσω κι εγώ τη μύτη μου σ' εκείνα που θέλησαν να αλλάξουν την ποίηση σε νεότερη.
Ζήτησα αυστηρά, σ' αυτό το μονόλογο που σου απηύθυνα να διατεθεί η πιο διακριτική σελίδα, είθε και η σελίδα με τα παροράματα, εκεί όπου απολογούνται τα λάθη και συγχωρούνται.

Και αν εντούτοις ταχυδρόμησα το χαιρετισμό μου αυτό εμφανέστατο στοΒιβλιοπωλείον της Εστίας, είναι γιατί η μόνη αμετακίνητη διεύθυνση του πνεύματος είναι εκεί όπου φυλάσσονται τα έργα και αι ημέραι του.
                                                                             






Το κείμενο αποτελεί το προλογικό σημείωμα της ποιήτριας Κικής Δημουλά από την έκδοση "Κώστας Ουράνης, Ποιήματα", που πρόκειται να εκδοθεί εντός του 2009, από το "Βιβλιοπωλείον της Εστίας". Το επίμετρο της έκδοσης υπογράφει ο φιλόλογος Ευριπίδης Γαραντούδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου